αἱμοειδής

αἱμο-ειδής, ές, =
A

αἱματοειδής< Ph.2.244

.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • αιμοειδής — αἱμοειδής ( οῡς), ὲς (Α) ο αιματοειδής …   Dictionary of Greek

  • αἱμοειδεῖς — αἱμοειδής masc/fem acc pl αἱμοειδής masc/fem nom/voc pl (attic epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἱμοειδές — αἱμοειδής masc/fem voc sg αἱμοειδής neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.